Ζωδιακό φως:
Το λεγόμενο ζωδιακό φως κατατάσσεται στα ουράνια φαινόμενα. Κατά τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Απρίλιο κατ΄ έτος, μετά τη λήξη του λυκόφωτος γίνεται ορατό στον δυτικό πάντα ορίζοντα ένα υπόλευκο και διάχυτο, πολύ ζωηρό φως σε μορφή τριγωνικής στήλης που εκτείνεται κατά μήκος της εκλειπτικής. Το ύψος του φωτός αυτού στην Ελλάδα φαίνεται να περιορίζεται στις 50°. Ανάλογο τέτοιο φως παρατηρείται και στον ανατολικό ορίζοντα, προ του λυκαυγούς, κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις αυτό το φως ονομάζεται ζωδιακό φως.
Το ζωδιακό φως προέρχεται από την ανάκλαση του ηλιακού φωτός υπό σωματιδίων που ως αραιός κονιορτός (σκόνη) βρίσκονται διαχυμένα στο χώρο μεταξύ των πλανητών και κυρίως από τον Ήλιο μέχρι τον Άρη. Από το σχήμα που παίρνει το ζωδιακό φως συνάγεται ότι το «κονιορτώδες» αυτό νέφος είναι φακοειδές και ότι το επίπεδο της τροχιάς της Γης είναι το επίπεδο συμμετρίας του.
Αντιζωδιακό φως:
Το αντιζωδιακό φως (διεθνώς Gegenschein, από τον γερμανικό όρο) στην Αστρονομία είναι ένα αμυδρό διάχυτο φως που αυξάνει ελαφρώς την επιφανειακή λαμπρότητα του νυκτερινού ουρανού κατά την κατεύθυνση αντίθετα από τον Ήλιο. Το αντιζωδιακό, όπως και το ζωδιακό φως, είναι λαμπρότερο κοντά στο επίπεδο της Εκλειπτικής και προέρχεται από παρόμοια αιτία. Ανακαλυφθηκε το 1854 από τον Δανό αστρονόμο Τέοντορ Μπρόρστεν. Ονομάζεται επίσης ανθηλιακό φως, από την κατεύθυνση προς την οποία παρατηρείται.
Το αντιζωδιακό φως δεν είναι τόσο έντονο όσο το ζωδιακό. Στην πραγματικότητα, είναι τόσο αμυδρό, ώστε είναι αδύνατη η παρατήρησή του αν υπάρχει σεληνόφως ή φώτα πόλεων,ή εάν συγχέεται με τον Γαλαξία. Εμφανίζεται ως μία ωοειδής περιοχή λιγότερο «μαύρη» από τον νυκτερινό ουρανό, με πλάτος λίγες μοίρες και μήκος 10° ως 15° κατά μήκος της εκλειπτικής.
Παρόμοια με το ζωδιακό φως, το αντιζωδιακό είναι στην πραγματικότητα ηλιακό φως που ανακλάται από τα σωματίδια της διαπλανητικής σκόνης, εξωτερικά από την τροχιά της Γης.
Τα σωματίδια αυτά δεν είναι τόσο πολλά σε μεγαλύτερες ηλιοκεντρικές αποστάσεις, ούτε το φως του Ήλιου είναι στην περιοχή τους τόσο έντονο, και για τους λόγους αυτούς το αντιζωδιακό φως δεν είναι τόσο έντονο όσο το ζωδιακό. Ωστόσο, ενισχύεται επειδή 1) ο κάθε κόκκος σκόνης δείχνει τη φωτισμένη πλευρά του προς τη Γη και 2) η οπισθοσκέδαση του φωτός οδηγεί σε ενισχυτική συμβολή του.
Διάβαση:
Στην Αστρονομία ο όρος διάβαση αναφέρεται τόσο για πλανήτες όσο και για δορυφόρους.
- Διάβαση Πλανήτη: καλείται η διέλευση ενός Πλανήτη από το φαινομενικό δίσκο του Ηλίου. Αποτελεί δε το φαινόμενο εκείνο που κινούμενος ο Πλανήτης γύρω από τον Ήλιο διέρχεται ακριβώς μεταξύ Γης και Ηλίου έτσι ώστε να προβάλλεται αυτός, σαν στρογγυλή μαύρη κηλίδα και να κινείται επί του δίσκου του Ηλίου.
- Ανάλογο φαινόμενο συμβαίνει και στη κίνηση των Δορυφόρων. Διάβαση Δορυφόρου: καλείται η διέλευση ενός Δορυφόρου μπροστά από το φαινομενικό δίσκο του Πλανήτη του (περι τον οποίο περιστρέφεται) και της Γης.
Τέτοιες διαβάσεις είναι δυνατόν να προσδιορισθούν επακριβώς, ιδιαίτερα εκείνες των δορυφόρων του Διός και ιδίως προ του δίσκου του.
Σημείωση: Από τους Πλανήτες είναι κατανοητό ότι μόνο οι καλούμενοι «εσωτερικοί» δηλαδή ο Ερμής και η Αφροδίτη, που βρίσκονται πλησιέστερα της Γης και προς τον Ήλιο, υπόκεινται σε τέτοιες διαβάσεις, παρατηρήσιμες από τη Γη.
Διάβαση της Αφροδίτης:
Η διάβαση της Αφροδίτης συγκέντρωνε ανέκαθεν το ενδιαφέρον των αστρονόμων, μιας και λόγω μεγέθους και μικρότερης απόστασης από τη Γη, είναι πιο εύκολα παρατηρήσιμη από τη Γη σε σχέση με εκείνη του Ερμή. Για την παρατήρηση της διέλευσης του 1761 και 1769 οργανώθηκαν ειδικές επιστημονικές αποστολές σε μακρινά μέρη του κόσμου (όπως στη Νότια Αμερική), μιας και η διέλευση θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την εξαγωγή σημαντικών συμπερασμάτων, μεταξύ άλλων για την ακριβή μέτρηση της αστρονομικής μονάδας.
Η κινητοποίηση αυτή δικαιολογείται επίσης και από το γεγονός ότι οι διαβάσεις της Αφροδίτης είναι σπάνια φαινόμενα: εμφανίζονται ανά δυο με χρονική μεταξύ τους απόσταση τα οχτώ χρόνια, ενώ τα ζευγάρια διαβάσεων απέχουν μεταξύ τους εναλλάξ 121,5 και 105,5 χρόνια. Ο συνολικός χρόνος για έναν πλήρη τέτοιο κύκλο είναι 243 χρόνια (που κατά σύμπτωση είναι και ο χρόνος σε μέρες του έτους της Αφροδίτης). Η τελευταία διέλευση της Αφροδίτης έγινε το 2004, και η επόμενη θα γίνει το 2012.
Μεσημβρινή Διάβαση:
Κατά την φαινομενική περιστροφή της ουράνιας σφαίρας οι διάφοροι αστέρες διαγράφοντας τους κύκλους απόκλισής τους διέρχονται δύο φορές μέσα στο 24ωρο από τον μεσιμβρηνό του παρατηρητή. Αυτή η διέλευση ονομάζεται μεσημβρινή διάβαση.
Από τις δύο μεσημβρινές διαβάσεις (εντός του 24ώρου) αυτή που πραγματοποιείται στον άνω ημιμεσημβρινό καλείται άνω μεσημβρινή διάβαση (Upper transit) ενώ αντίθετα εκείνη που συμβαίνει στο κάτω ημιμεσημβρινό καλείται κάτω μεσημβρινή διάβαση (Lower trnsit).
Καθίσταται αντιληπτό ότι ένας αστέρας κατά την μεσημβρινή διάβασή του έχει σαν μέγιστο αληθές ύψος του (Ηλ), θετικό κατά την άνω διάβαση και ελάχιστο κατά την κάτω, θετικό ή αρνητικό.
Η ιδιαίτερη σημασία της μεσημβρινής διάβασης των ουρανίων σωμάτων έγκειται στο γεγονός ότι εκείνη ακριβώς την στιγμή της διέλευσής τους, ο όποιος παρατηρητής τους (και ιδίως ο ναυτιλλόμενος) μπορεί να βρει το γεωγραφικό πλάτος της θέσης του χωρίς να χρειάζεται να επιλύσει κάποιο σφαιρικό τρίγωνο, αλλά πολύ απλά διοπτεύοντας με την διόπτρα την απόκλιση αστέρος και μετρώντας το αληθές ύψος του με τον εξάντα.
- Πολλοί αντί του όρου αυτού χρησιμοποιούν τον όρο μεσουράνηση. Έτσι διακρίνεται η άνω μεσουράνηση και η κάτω μεσουράνηση και κατ΄ επέκταση οι αστέρες μεσουρανούν άνω ή μεσουρανούν κάτω.
- Ιδιαίτερα για τον Ήλιο η άνω μεσημβρινή διάβαση λέγεται μεσημβρία ενώ η κάτω μεσημβρινή διάβαση λέγεται μεσονύκτιο.
Εκλάμψεις Ακτινών Γάμμα:
Οι εκρήξεις ή εκλάμψεις ακτίνων γ είναι συγκεντρώσεις συμπυκνωμένης ακτινοβολίας γ που δημιουργούνται κατά τη γέννηση μαύρων τρυπών, από τη σύγκρουση άστρων νετρονίων, από εκρήξεις σουπερνόβα, από άστρα νετρονίων που τρώγονται από μαύρες τρύπες και από άστρα που καταρρέουν. Η πρώτη ανίχνευση των εκρήξεων ακτίνων γ έγινε από στρατιωτικούς, και όχι επιστημονικούς, τεχνητούς δορυφόρους. Συγκεκριμένα, η απαγόρευση διεξαγωγής δοκιμών πυρηνικών όπλων στην ατμόσφαιρα το 1963 ώθησε το αμερικανικό Πεντάγωνο να εκτοξεύσει μια σειρά δορυφόρων, τους Vela, εξοπλισμένων με ανιχνευτές ακτίνων Χ και γ ικανούς να καταγράφουν ακτίνες από όλες τις κατευθύνσεις, για να «προσέχουν» μήπως κάποια χώρα δοκίμαζε παράνομα πυρηνικές κεφαλές στην επιφάνεια της Γης, στον αέρα ή στο διάστημα. Αποτελεί ειρωνεία της τύχης το γεγονός ότι οι δορυφόροι αυτοί δεν ανίχνευσαν ποτέ έκρηξη πυρηνικού όπλου, αλλά συνέλαβαν από την αρχή (2 ιουλίου 1967) εκρήξεις ακτίνων γ (Gamma-Ray Bursts, GRB) από τα βάθη του Σύμπαντος.
Τριάντα περίπου χρόνια αργότερα, μία από τις σημαντικότερες ανακαλύψεις του επιστημονικού δορυφόρου-αστεροσκοπείου ακτίνων γ “Compton GRO” αφορούσε τη φύση των εκρήξεων ακτίνων γ. Μέχρι τότε, οι περισσότεροι αστρονόμοι πίστευαν ότι προέρχονταν από αστέρες νετρονίων στην άλω του δικού μας Γαλαξία, σε αποστάσεις κάτω των 200.000 ετών φωτός. Λίγοι μόνο αστρονόμοι, όπως ο Bohdan Paczynski του Πανεπιστημίου Princeton, υποστήριζαν ότι οι ξαφνικοί αυτοί συρμοί ακτίνων γ έφθαναν σε μας από δεκάδες χιλιάδες φορές μεγαλύτερες αποστάσεις, ίσως και από τα όρια του ορατού Σύμπαντος, και επομένως πρόδιδαν την ύπαρξη φαινομένων ισχυρότερων κατά εκατοντάδες εκατομμύρια φορές, βίαιων γεγονότων στα οποία ενέργεια ίση με τη συνολική παραγωγή του Ήλιου τα τελευταία δισεκατομμύρια χρόνια απελευθερώνεται μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Το GRO ανακάλυψε ότι η κατανομή τους στην ουράνια σφαίρα ήταν ισοτροπική, δηλαδή προέρχονταν εξίσου από όλες τις διευθύνσεις και δεν έδειχναν συγκέντρωση προς το ημισφαίριο που περιλάμβανε το κέντρο του Γαλαξία μας ή προς τον Μεγάλο Γαλαξία της Ανδρομέδας (M31). Με τον τρόπο αυτό δόθηκε ισχυρότατη υποστήριξη στην άποψη του Paczynski. Μία πιθανή εξήγηση της δημιουργίας των συρμών αυτών είναι ότι συνιστούν τα ίχνη του θανάτου διπλών συστημάτων αστέρων νετρονίων σε μακρινούς γαλαξίες, με τη σύγκρουση των δύο αστέρων μεταξύ τους και τη δημιουργία μιας μαύρης τρύπας. Η συνεργασία του GRO με τον ευρωπαϊκό τεχνητό δορυφόρο BeppoSAX, που ανιχνεύει ακτίνες Χ, έδειξε ότι εκρήξεις ακτίνων γ (στις 28 Φεβρουαρίου 1997 και το Μάιο 1997 στους αστερισμούς Ωρίωνα και Καμηλοπάρδαλη αντίστοιχα) συνοδεύονταν από εκπομπή ακτίνων Χ. Επειδή οι ανιχνευτές του BeppoSAX μπορούν να εντοπίσουν με πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια τη θέση της πηγής στον ουρανό, πραγματικός συναγερμός σήμανε σε αμφότερες τις περιπτώσεις στη διεθνή αστρονομική κοινότητα και, όσο γινόταν γρηγορότερα, τα ισχυρότερα τηλεσκόπια του κόσμου στράφηκαν προς τις διευθύνσεις που υπέδειξαν οι δορυφόροι. Στην πρώτη περίπτωση εντοπίσθηκε ένα αμυδρό φωτεινό σημείο, ένα εκατομμύριο φορές αμυδρότερο απ’ ό,τι μπορεί να διακρίνει το γυμνό μάτι, που εξαφανίσθηκε πριν μελετηθεί καλά. Στη δεύτερη περίπτωση όμως εντοπίσθηκε ένα λίγο φωτεινότερο σημείο λίγες ώρες μετά το συρμό ακτίνων γ, και οι αστρονόμοι πρόλαβαν να καταγράψουν το φάσμα του με το τηλεσκόπιο Keck II στη Χαβάη τρεις ημέρες αργότερα (11 Μαίου 1997). Γραμμές σιδήρου και μαγνησίου στο φάσμα αυτό εμφανίζουν μετατόπιση προς το ερυθρό ίση με 0,8. Αντίστοιχη απόσταση: 4 δισεκατομμύρια έτη φωτός…
Ο χάρτης των εκρήξεων ακτίνων γ που εντόπισε το GRO κατά τα πρώτα έτη της λειτουργίας του, δείχνει καθαρά την ισότροπη κατανομή τους σε όλη την ουράνια σφαίρα. Δεν υπάρχει συγκέντρωση προς το γαλαξιακό επίπεδο ή προς την περιοχή του κέντρου. Ούτε μία δεν έχει επαναληφθεί στο ίδιο σημείο.
Αν μία έκλαμψη ακτινών γ συμβεί από απόσταση 6.500 ετών φωτός και διαρκέσει μόλις 10 δευτερόλεπτα, τα πράγματα θα είναι καταστροφικά και διαρκούν μέχρι και για 15 χρόνια. Στην διάρκεια της έκλαμψης οι ακτίνες γ σπάνε τους δεσμούς του οξυγόνου και του αζώτου, και τα μετατρέπουν σε μονοξείδιο του αζώτου, που καταστρέφει το όζον, και σε διοξείδια του αζώτου, ένα καφέ τοξικό αέριο.
Μετά από μερικές εβδομάδες το μονοξείδιο και το διοξείδιο του αζώτου αργά αργά καταστρέφουν το στρώμα του όζοντος. Καθώς το όζον καταστρέφεται η ποσότητα των υπεριωδών ακτινοβολιών που προσκρούουν στην επιφάνεια της Γης αυξάνεται κατά 50%, αρκετό για να καταστρέψει το D.N.A. των ζωντανών οργανισμών. Οι άνεμοι μεταφέρνουν τα αέρια σε όλο τον πλανήτη, καλύπτοντας τον με καφέ διοξείδιο του αζώτου. Μετά από μερικούς μήνες όλος ο πλανήτης θα καλυφτεί με διοξείδιο του αζώτου. Αν και το όζον αποκαθίσταται (20% κάτω από το κανονικό) η υπεριώδης ακτινοβολία εξακολουθεί να προκαλεί ζημιά στη ζωή πάνω στη Γη.
Δέκα χρόνια μετά το μονοξείδιο και το διοξείδιο του αζώτου μεταφέρονται σε χαμηλότερα υψόμετρα και αντιδρούν με το νερό δημιουργώντας ωιτρικό οξύ, ενώ ξεσπάνε παντού όξινες βροχές.
Μετά από 15 χρόνια η ατμόσφαιρα επιστρέφει στο κανονικό, αλλά η ζημιά έχει γίνει ήδη. Το μεγαλύτερο τμήμα της ζωής αφανίστηκε ενώ το καφέ νέφος κάλυψε τον Ήλιο και μπλόκαρε το φως και την θερμότητά του, προκαλώντας μια νέα Εποχή Παγετώνων.
Μπλε Φεγγάρι:
Μπλε φεγγάρι αποκαλείται μια πανσέληνος που συμβαίνει σε ασυνήθιστη χρονική στιγμή. Τα περισσότερα έτη έχουν δώδεκα πανσελήνους, τις περισσότερες φορές μια κάθε μήνα. Ωστόσο κάθε ημερολογιακό έτος περιλαμβάνει δώδεκα σεληνιακούς κύκλους και έντεκα ημέρες ακόμη. Αυτές αθροίζονται και σαν αποτέλεσμα κάθε δύο ή τρια χρόνια έχουμε ένα επιπλέον φεγγάρι, φαινόμενο που συμβαίνει κάθε 2,72 χρόνια. Διαφορετικές ερμηνείες τοποθετούν το έξτρα φεγγάρι σε διάφορες περιόδους, ωστόσο αυτή η πρόσθετη πανσέληνος αποκαλείται σε κάθε περίπτωση «μπλε φεγγάρι».
Ο όρος έχει και μεταφορική σημασία, η οποία τονίζει τη σπανιότητα ενός φαινομένου. Χαρακατηριστική είναι η αγγλική έκφραση «once in a blue moon», που σημαίνει πως κάτι συμβαίνει πολύ σπάνια. Στο άλλο άκρο υπάρχει και μια πολύ κυριολεκτική σημασία καθώς ένα φεγγάρι μπορεί πράγματι να έχει χρώμα μπλε, εξαιτίας ατμοσφαιρικών διαταραχών. Πρόκειται για ένα πολύ σπάνιο φαινόμενο κατά το οποίο το φεγγάρι (όχι απαραίτητα πανσέληνος) φαίνεται στα μάτια του παρατηρητή γαλαζωπό, εξαιτίας της ύπαρξης καπνού ή μορίων σκόνης στην ατμόσφαιρα. Κάτι τέτοιο παρατηρήθηκε μετά τις δασικές πυρκαγιές στη Σουηδία και τον Καναδά το 1950 και, αξιοσημείωτα, μετά την έκρηξη του ηφαιστείου Κρακατόα το 1883, που είχε σαν επακόλουθο να εμφανίζεται το φεγγάρι μπλε για μια περίοδο δύο ετών.
Ανάμεσα στα έτη 2005 και 2015 αναμένονται τα παρακάτω μπλε φεγγάρια:
Α. Θεωρώντας μπλε φεγγάρι την τρίτη πανσέληνο σε μια εποχή τεσσάρων πανσελήνων:
- 19 Αυγούστου 2005
- 19 Μαίου 2008
- 21 Νοεμβρίου 2010
- 21 Αυγούστου 2013
Β. Θεωρώντας μπλε φεγγάρι μια δεύτερη πανσέληνο σε οποιοδήποτε μήνα:
- 30 Ιουνίου 2007
- 31 Δεκεμβρίου 2009
- 31 Αυγούστου 2012
- 31 Ιουλίου 2015
Σημειώνεται πως το έτος 2018 (καθώς επίσης τα έτη 2037, 1961, 1942, 1999) αναμένεται μαύρο φεγγάρι (καθόλου πανσέληνος το μήνα Φεβρουάριο που είναι συντομότερος), και σαν αποτέλεσμα θα υπάρξουν δυο μπλε φεγγάρια μες την ίδια χρονιά, τον Ιανουάριο και το Μάρτη.
Έκλειψη:
Έκλειψη στην αστρονομία είναι το φαινόμενο κατά το οποίο η Γη εισέρχεται στη σκιά ενός ουράνιου σώματος, με αποτέλεσμα το αυτόφωτο σώμα που δημιουργεί την σκιά να χάνει μέρος της φωτεινότητάς του ή να μην μπορεί να παρατηρηθεί ολόκληρο ή μέρος του από τη Γη.
Προϋπόθεση για να συμβεί μία έκλειψη είναι η ευθυγράμμιση τριών ουρανίων σωμάτων από τα οποία το ένα τουλάχιστον είναι αυτόφωτο (αστέρας). Ο όρος είναι ευρύτερα γνωστός από τις εκλείψεις της Σελήνης και του Ηλίου που παρατηρούμε από τη Γη. Στις εκλείψεις αυτές το αυτόφωτο σώμα είναι ο Ήλιος και τα άλλα δύο σώματα που ευθυγραμμίζονται με τον Ήλιο είναι η Γη και η Σελήνη.
Εκτός από τις εκλείψεις της Ηλίου και Σελήνης υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, όπως όταν ο φυσικός δορυφόρος ενός πλανήτη του ηλιακού μας συστήματος εισέρχεται στη σκιά του πλανήτη, ή στην περίπτωση ενός διπλού ζεύγους αστέρων που το επίπεδο της τροχιάς τους διέρχεται από τη Γη. Στην τελευταία περίπτωση η φωτεινότητα του ζεύγους αυξομειώνεται περιοδικά καθώς ο ένας αστέρας «κρύβεται» πίσω από τον άλλον. Η περίπτωση μεταβολής της φωτεινότητας μερικών αστέρων αποδίδεται σήμερα στην ύπαρξη γιγαντιαίων πλανητών (μεγαλύτερου μεγέθους από τον Δία) στο πλανητικό σύστημα του αστέρα, όταν παρεμβάλλονται μεταξύ του αστέρα και της Γης. Η μελέτη της μεταβολής της φωτεινότητας και της περιόδου του φαινομένου έδωσε για πρώτη φορά αποδείξεις για την ύπαρξη πλανητών εκτός του ηλιακού μας συστήματος.
Έκλειψη Σελήνης: Φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο η Σελήνη σταματάει να δέχεται το φως του Ήλιου καθώς ανάμεσα στα δύο αυτά ουράνια σώματα παρεμβάλλεται η Γη. Έκλειψη Σελήνης μπορεί να παρατηρηθεί κατά τη νύχτα και όταν η Σελήνη βρίσκεται στη φάση της Πανσελήνου.
Έκλειψη Ηλίου: Φυσικό φαινόμενο κατά το οποίο η Σελήνη παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ήλιο και στη Γη με αποτέλεσμα ορισμένες περιοχές της Γης να δέχονται λιγότερο φως από ότι συνήθως. Έκλειψη Ηλίου μπορεί να παρατηρηθεί κατά την ημέρα και όταν η Σελήνη βρίσκεται στη φάση της νέας Σελήνης.
Κάθε ετερόφωτο ουράνιο σώμα του ηλιακού μας συστήματος όταν δέχεται από την μία πλευρά του το φως του Ήλιου δημιουργεί από την άλλη του πλευρά μία περιοχή που ονομάζεται κώνος σκιάς ή σκιά του σώματος αυτού. Στην περιοχή της σκιάς δεν μπορούν να φτάσουν οι ακτίνες του Ήλιου. Όταν ένα δεύτερο σώμα βρεθεί στην περιοχή της σκιάς αυτής τότε σταματάει να δέχεται το φως του Ήλιου και το φαινόμενο αυτό ονομάζεται έκλειψη του δεύτερου σώματος. Στην πλευρά της σκιάς δημιουργείται επίσης και μία περιοχή στην οποία αποκόπτεται τμήμα της ακτινοβολίας του Ήλιου. Η περιοχή αυτή ονομάζεται παρασκιά. Όταν ένα ουράνιο σώμα βρεθεί στην παρασκιά ενός άλλου ουράνιου σώματος δέχεται λιγότερο φως από ότι συνήθως με αποτέλεσμα η φωτεινότητά του να ελαττώνεται.
Η Σελήνη και η Γη ανήκουν στα ετερόφωτα ουράνια σώματα όπως όλοι οι πλανήτες και οι φυσικοί δορυφόροι τους. Το φως που παρατηρούμε να εκπέμπει τη νύχτα η Σελήνη προέρχεται από την ανάκλαση του φωτός του Ήλιου στην επιφάνειά της. Ανάλογα με τη θέση της Γης, του Ήλιου και της Σελήνης δημιουργούνται οι φάσεις της Σελήνης (νέα Σελήνη, πρώτο ή τελευταίο τέταρτο, πανσέληνος). Για να συμβεί έκλειψη Σελήνης θα πρέπει αυτή να βρεθεί στη σκιά της Γης. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη βρίσκονται πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή ή περίπου πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή και με τη Γη να βρίσκεται ανάμεσα στα δύο ουράνια σώματα. Ανάλογα για να συμβεί έκλειψη Ηλίου θα πρέπει η Γη να βρεθεί στη σκιά της Σελήνης. Αυτό μπορεί να συμβεί μόνο όταν ο Ήλιος, η Γη και η Σελήνη βρίσκονται πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή ή περίπου πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή και όταν η Σελήνη βρίσκεται ανάμεσα στα δύο ουράνια σώματα.
Αν το επίπεδο της τροχιάς της Σελήνης γύρω από τη Γη ήταν ίδιο με το επίπεδο της τροχιάς της Γης γύρω από τον Ήλιο (επίπεδο της εκλειπτικής), τότε θα είχαμε έκλειψη Σελήνης και Ηλίου κάθε μήνα, δηλαδή κάθε φορά που η Σελήνη θα βρισκόταν στη φάση της πανσέληνου και της νέας Σελήνης αντίστοιχα, καθώς κάθε μήνα θα ευθυγραμμίζονταν τα τρία ουράνια σώματα. Όμως τα δύο αυτά επίπεδα σχηματίζουν μεταξύ τους γωνία περίπου 5ο 8’ και οι δύο τροχιές τέμνονται στην ουράνια σφαίρα σε δύο σημεία που ονομάζονται αναβιβάζων σύνδεσμος και καταβιβάζων σύνδεσμος. Η ευθεία που συνδέει του δύο συνδέσμους ονομάζεται γραμμή των συνδέσμων. Για να ευθυγραμμιστούν λοιπόν τα τρία ουράνια σώματα θα πρέπει ο Ήλιος και η Σελήνη να βρίσκονται κοντά στους συνδέσμους αυτούς. Όταν ο Ήλιος και η Σελήνη βρίσκονται ταυτόχρονα κοντά στον ίδιο σύνδεσμο (σύνοδος) τότε έχουμε έκλειψη Ηλίου, ενώ όταν τα δύο ουράνια σώματα βρίσκονται σε διαφορετικούς συνδέσμους (αντίθεση) τότε συμβαίνει έκλειψη της Σελήνης.
Κατά τη διάρκεια ενός έτους ο Ήλιος διέρχεται μία φορά από κάθε σύνδεσμο με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κάθε έτος δύο «εκλειπτικές εποχές» δύο δηλαδή χρονικά διαστήματα μέσα στα οποία μπορούν να συμβούν οι εκλείψεις. Η Γη καθώς έχει μεγαλύτερο όγκο από τη Σελήνη δημιουργεί και μεγαλύτερο κώνο σκιάς. Για το λόγω αυτό η εκλειπτική εποχή των ηλιακών εκλείψεων διαρκεί 30 έως 36 ημέρες και η εκλειπτική εποχή των σεληνιακών εκλείψεων διαρκεί 19 έως 24 ημέρες. Η Σελήνη για να επανέλθει στην ίδια φάση (συνοδικός μήνας) χρειάζεται 29,5 περίπου ημέρες. Έτσι σε κάθε εκλειπτική εποχή μπορεί να συμβούν μία ή δύο ηλιακές εκλείψεις και μία ή καμία σεληνιακή έκλειψη.
Εξαιτίας των παρέλξεων που δέχεται η Σελήνη η γραμμή των συνδέσμων στρέφεται δυτικά κατά 20ο που αντιστοιχούν σε 20 περίπου ημέρες. Έτσι υπάρχει περίπτωση σε ένα έτος να ανήκουν τρεις εκλειπτικές εποχές αν η πρώτη εκλειπτική εποχή συμπέσει με την αρχή του έτους. Μέσα σε ένα έτος λοιπόν μπορούμε να έχουμε 2 έως 5 ηλιακές εκλείψεις και καμία έως 3 σεληνιακές εκλείψεις.
Η παραπάνω συχνότητα με την οποία συμβαίνουν οι ηλιακές και οι σεληνιακές εκλείψεις ίσως φαίνεται περίεργη καθώς από την καθημερινή εμπειρία γνωρίζουμε ότι οι ανακοινώσεις των σεληνιακών εκλείψεων είναι πιο συχνές από αυτές των ηλιακών εκλείψεων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι ηλιακές εκλείψεις αν και συμβαίνουν πιο συχνά, έχουν μικρότερη διάρκεια, με αποτέλεσμα να είναι δυνατόν να παρατηρηθούν μόνο από πολύ λίγες και συγκεκριμένες περιοχές πάνω στη Γη. Μία ολική έκλειψη Ηλίου μπορεί να διαρκέσει μέχρι 7,5 λεπτά ενώ ο συνήθης χρόνος είναι κατά πολύ μικρότερος. Αντίθετα μία ολική έκλειψη σελήνης μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από 1,5 ώρα και γι αυτό το λόγο είναι ορατή από περισσότερες περιοχές της Γης.
Το φαινόμενο των εκλείψεων είναι περιοδικό και γι αυτό το λόγο είναι εύκολο να προβλεφτεί ο χρόνος που αυτές θα συμβούν. Η κίνηση της γραμμής των συνδέσμων εκτελεί μία πλήρη περιστροφή σε περίπου 18 χρόνια και 11 ημέρες. Η περίοδος αυτή ονομάζεται περίοδος Σάρος (Saros) και η μέθοδος προσδιορισμού των εκλείψεων ονομάζεται κύκλος του Σάρος.
Έκλειψη Ηλίου:
Έκλειψη ηλίου ονομάζεται το φαινόμενο κατά το οποίο η Σελήνη παρεμβάλλεται ανάμεσα στον Ήλιο και στη Γη, με αποτέλεσμα ορισμένες περιοχές της Γης να δέχονται λιγότερο φως από ό,τι συνήθως. Μπορεί να είναι μερική ή ολική.
Προσομοίωση της έκλειψης ηλίου της 29ης Μαρτίου 2006:
Μία ολική έκλειψη ηλίου είναι ένα σπάνιο ουράνιο φαινόμενο κατά το οποίο ο δίσκος της σελήνης εφάπτεται εσωτερικά με τον ηλιακό δίσκο κρύβοντας κάθε ίχνος ηλιακού φωτός για μερικά λεπτά. Αυτό συμβαίνει διότι, στον ουράνιο θόλο, τα δύο σώματα φαίνεται πως έχουν το ίδιο ακριβώς μέγεθος. Πρόκειται για μία κοσμική σύμπτωση, αφού ο ήλιος βρίσκεται 400 φορές πιο μακριά από τη σελήνη, αλλά φαίνεται αντίστοιχα και 400 φορές μικρότερος.
Επειδή η τροχιά της γης γύρω από τον ήλιο δεν είναι κυκλική αλλά ελλειπτική, και σε συνδυασμό με την επίσης ελλειπτική τροχιά της σελήνης γύρω από τη γη, για τον επίγειο παρατηρητή τα δύο σώματα αλλάζουν συνεχώς μέγεθος. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία τριών ειδών εκλείψεων.
Οι τρεις δυνατοί τύποι μίας ηλιακής έκλειψης:
Κατά την ολική έκλειψη ηλίου, το μέγεθος της σελήνης είναι τέτοιο ώστε καλύπτει πλήρως τον ηλιακό δίσκο. Ο παρατηρητής βρίσκεται μέσα στη σκιά της σελήνης (στο σχήμα δεξιά, η Γη βρίσκεται στη μαύρη περιοχή). Κατά την δακτυλιοειδή έκλειψη ο κώνος της σκιάς της σελήνης δεν ακουμπάει στην επιφάνεια της Γης. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα ο παρατηρητής να βλέπει ένα ηλιακό δαχτυλίδι γύρω από το σκοτεινό σώμα της σελήνης (μοβ περιοχή). Στη μερική έκλειψη ηλίου ο παρατηρητής βλέπει ένα ποσοστό του ήλιου «φαγωμένο» από τη σελήνη (ανοιχτή μοβ περιοχή).
Οι ολικές ηλιακές εκλείψεις μπορούν θεωρητικά να διαρκέσουν έως και 7:30 λεπτά. Οι δακτυλιοειδείς ηλιακές εκλείψεις μπορούν θεωρητικά να διαρκέσουν έως και 12:30 λεπτά.
Η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά ηλιακής έκλειψης έρχεται από την Κίνα το 2136 ή 2159 π.Χ. Οι υπηρέτες Χο και Χι θανατώθηκαν από τον αυτοκράτορα γιατί δεν κατάφεραν να προβλέψουν την έκλειψη. Στην Κίνα πίστευαν ότι ένας δράκος καταπίνει τον ήλιο.
Το 1178π.Χ. και συγκεκριμένα η 16η Απριλίου αναφέρεται στην Οδύσσεια του Ομήρου:
- «…και ο ήλιος χάθηκε μέσα στον ουρανό και μία ανίερη ομίχλη κάλυψε τα πάντα».
Αναφορά του Αρχίλοχου για την ολική έκλειψη ηλίου της 6ης Απριλίου 648π.Χ.:
- «Ο Δίας, ο πατέρας των Ολύμπιων Θεών, μετέτρεψε τη μέρα σε νύκτα κρύβοντας το φως του απαστράπτοντος ηλίου, και βαθύς φόβος κυρίευσε τους ανθρώπους».
Το 585π.Χ. έχουμε την πρώτη πιθανή πρόβλεψη ηλιακής έκλειψης από τον Θαλή το Μιλήσιο, όπως την καταγράφει ο Ηρόδοτος. Η έκλειψη έγινε η αφορμή για την παύση των εχθροπραξιών ανάμεσα στους Μήδειους και τους Λήδειους.
Αναρίθμητες είναι οι αναφορές των ηλιακών εκλείψεων από Έλληνες, Κινέζους, Ρωμαίους και άλλους λαούς της αρχαιότητας. Στην αρχαιότητα μια έκλειψη θεωρούνταν κακός οιωνός. Στις μέρες μας θεωρείται η αφρόκρεμα των ουράνιων φαινομένων· ορισμένοι άνθρωποι ταξιδεύουν στα άκρα του κόσμου για να ζήσουν την εμπειρία της ολικότητας έστω και για λίγα λεπτά.
Μία ολική ηλιακή έκλειψη διαρκεί συνήθως τρεις ώρες (εάν ο παρατηρητής βρίσκεται στο μονοπάτι της ολικότητας).
Στην αρχή η Σελήνη κάνει την εμφάνισή της πάνω στον ηλιακό δίσκο σαν μία «δαγκωματιά». Αυτή ονομάζεται πρώτη επαφή και σημαίνει την έναρξη της έκλειψης.
Το φαινόμενο προοδεύει χωρίς να δίνει στον παρατηρητή κανένα σημάδι για την δραματική εξέλιξη που θα έχει. Όταν η κάλυψη του ηλιακού δίσκου από τη σελήνη ξεπεράσει το 70% αρχίζει να γίνεται αντιληπτή μία αμυδρή μείωση της φωτεινότητας του περιβάλλοντα χώρου. Στο 90% το φως του ήλιου έχει ήδη μειωθεί αισθητά.
Το φαινόμενο του διαμαντένιου δαχτυλιδιού:
Πέντε λεπτά πριν από τη δεύτερη επαφή ή αλλιώς έναρξη της ολικότητας το φως του ήλιου που φτάνει στη γη έρχεται από μία πολύ λεπτή δέσμη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να παρατηρείται το φαινόμενο των σκιωδών ζωνών (shadow bands). Ο παρατηρητής βλέπει πάνω σε μεγάλες λευκές επιφάνειες ζώνες από σκιές να διαδέχονται η μία την άλλη σε μεγάλη ταχύτητα. Ένα λεπτό πριν την ολική φάση, κάνει την εμφάνισή του το επιβλητικό στέμμα του ηλίου που μαζί με την τελευταία λάμψη του ηλίου σχηματίζουν μία εικόνα που μοιάζει με μαργαριταρένιο δαχτυλίδι (diamond ring).
Οι χάντρες του Μπέιλι:
Δευτερόλεπτα πριν την ολικότητα και λίγο πριν το φως του ήλιου σβήσει μόνιμα για τα επόμενα λεπτά, μπορεί κανείς να παρατηρήσει τις τελευταίες ακτίνες ηλίου, καθώς αυτές περνούν μέσα από τις κοιλάδες της Σελήνης, σχηματίζοντας κάτι που μοιάζει με χάντρες κομπολογιού, και που πρώτος παρατήρησε ο Francis Baily το 1836. Αυτές οι χάντρες ονομάζονται χάντρες του Μπέιλι (Baily’s beads). Ένα άλλο εντυπωσιακό φαινόμενο, λίγο πριν την ολικότητα, είναι η σκιά της σελήνης που έρχεται από τα δυτικά με τρομακτική ταχύτητα και αρχίζει να βυθίζει στο σκοτάδι τις παρακείμενες περιοχές.
Για τα λίγα λεπτά που ακολουθούν ο ουρανός σκοτεινιάζει και κάνουν την εμφάνισή τους τα λαμπρότερα άστρα του ουρανού, η Αφροδίτη και ο Ερμής. Στο κέντρο του ουρανού, και στο σημείο που ήταν ο ήλιος, δεσπόζει τώρα το ηλιακό στέμμα το οποίο εκτείνεται ακόμα και σε απόσταση 8 ηλιακών ακτινών. Το φαινόμενο είναι μοναδικό. Ο παρατηρητής μπορεί να διακρίνει λεπτές κόκκινες προεξοχές που ξεπηδούν από την επιφάνεια του ηλίου σαν πύρινες γλώσσες. Ο τριγύρω ορίζοντας παίρνει ένα κοκκινωπό χρώμα, αφού η διάμετρος της σκιάς σπάνια ξεπερνά τα 250 χιλιόμετρα, και έξω από αυτήν η κάλυψη δεν φτάνει ποτέ το 100%. Η βίαιη εναλλαγή της μέρας με τη νύχτα μπερδεύει τα ζώα που νομίζουν ότι νύχτωσε και πάνε στις φωλιές τους, τα πουλιά σταματούν να κελαηδούν και τα λουλούδια κλείνουν τα πέταλά τους.
Τα λεπτά περνούν και η ολιγόλεπτη νύχτα δίνει τη θέση της και πάλι στην ημέρα με την τρίτη επαφή και το τέλος της ολικότητας. Τα παραπάνω φαινόμενα συμβαίνουν αντίστροφα και σιγά σιγά εμφανίζεται ένα «νυχάκι» από τον ήλιο το οποίο, καθώς μεγαλώνει, λούζει με άπλετο φως τον ουρανό.
Σέλας:
Το Σέλας (γεν. του Σέλαος ή Σέλατος, χωρίς πληθυντικό) είναι το φωτεινό ουράνιο φαινόμενο που συμβαίνει στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιραςς και που παρατηρείται ιδίως στις πολικές περιοχές (εξ ου και Πολικό Σέλας), τόσο στον Βόρειο ημισφαίριο όσο και στο Νότιο αποκαλούμενο ανάλογα “Βόρειο Σέλας” και “Νότιο Σέλας”.
Βόρειο Σέλας:
Το φαινόμενο αυτό είναι από τα ωραιότερα που προσφέρει η Φύση σε ποικιλία χρωμάτων και σχεδίων σε αιφνίδιες εμφανίσεις και με γρήγορες σχετικά μεταμορφώσεις. Η εμφάνιση του Σέλαος, αν και πολύ σπάνια για παραμεσόγειες χώρες, κίνησε το ενδιαφέρον των ανθρώπων από την αρχαιότητα και ήταν γνωστό στους αρχαίους Έλληνες. Πρώτος επιστημονικά παρατηρητής του φαινομένου φέρεται ο Αριστοτέλης που όπως αναφέρει στα “Μετεωρολογικά” του (Α’,5): “Φαίνεται δέ ποτε συνιστάμενα νύκτωρ αἰθρίας οὔσης πολλὰ φάσματα ἐν τῷ οὐρανῷ…, ἡμέρας μὲν οὖν ὁ ἥλιος κωλύει, νυκτὸς δ’ ἔξω τοῦ φοινικοῦ (δηλαδή του ιώδους) τὰ ἄλλα δι’ ὁμόχροιαν οὐ φαίνεται“, που σημαίνει ότι πρέπει να είχε παρατηρήσει έντονα το φαινόμενο του Σέλαος κατά τη διάρκεια αίθριας νύκτας. Η φωτοβολία της ατμόσφαιρας (πάντα κατά τον Αριστοτέλη) δεν είναι ομοιογενής αλλά τα φάσματα του φαινομένου αυτού παρουσιάζουν χάσματα. Και είναι εκείνα που παρουσιάζουν ακριβώς το Σέλας ως κυματιζόμενες “ουράνιες κουρτίνες” ή “ουράνιες μπαλαρίνες” όπως χαρακτηρίζεται το φαινόμενο από τους σύγχρονους παρατηρητές.
Το Σέλας τόσο το Βόρειο όσο και το Νότιο παρατηρείται συχνότερα κατά μήκος ζώνης της οποίας το κέντρο απέχει από τους πόλους περίπου 10 μοίρες. Ενώ ακριβώς πάνω από τους Πόλους εμφανίζονται πολύ αραιότερα. Το κέντρο π.χ. της ζώνης εμφάνισης του Βόρειου Σέλαος βρίσκεται κοντά στη βορειοδυτική ακτή της Γροιλανδίας και άρα πιο κοντά στην Αμερικανική ήπειρο παρά στην Ευρώπη γι αυτό και η ζώνη αυτή εκτείνεται μέχρι γεωγραφικό πλάτος 57 περίπου μοίρες προς τον Καναδά, ενώ στην Ευρώπη μέχρι τις 77 μοίρες. Έτσι όσο νοτιότερα κινούμεθα από αυτή τη ζώνη τόσο και σπανιότερη γίνεται η εμφάνιση.
- (Υπενθυμίζεται ότι το γεωγρ. πλάτος μετριέται από τον Ισημερινό = 0°).
Επικρατέστερο χρώμα του Σέλαος είναι γενικά το λευκό. Όταν όμως παρατηρείται χρωματισμένο τότε το κόκκινο επικρατεί στο χαμηλότερο άκρο των ακτίνων που πέφτουν κάθετα, το πράσινο (με μήκος κύματος 5677Α), στο ανώτερο και μεταξύ αυτών το κίτρινο που γρήγορα εξαφανίζεται. Από τη φασματοσκοπική ανάλυση του φωτός των Σελάων παρατηρήθηκαν εντός του φάσματος αυτών 150 γραμμές από τις οποίες η φωτεινότερη και σταθερότερη ανήκει στο στοιχείο κρυπτόν ως και στο Οξυγόνο και στο Άζωτο.
Μέχρι την 10ετία του “50 υπήρχαν μόνο θεωρίες περί της αιτίας της δημιουργίας του όχι όμως και μακρυά από την πραγματικότητα. Επικρατέστερη θεωρία ήταν εκείνη του Αρένιους όπου το Σέλας προέρχεται από ακτινοβολούμενο από τον Ήλιο κονιορτό από σώματα αρνητικά ηλεκτρισμένα τα οποία κατά την είσοδό τους στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας προκαλούν φωτεινά φαινόμενα ανάλογα με εκείνα που παρατηρούνται στους σωλήνες “Kρούκς”.
Βόρειο Σέλας:
Με την εξέλιξη όμως των επιστημών και των μέσων έρευνας η δεσπόζουσα θεωρία που αποδείχθηκε και πειραματικά είναι ότι γενεσιουργός αιτία καθίσταται ο βομβαρδισμός των υψηλών ατμοσφαιρικών στρωμάτων από ηλεκτρόνια που προέρχονται από ρεύματα φορτισμένων σωματίων από τον Ήλιο (παλαιότερα ηλιακός κονιορτός). Αυτά τα ρεύματα που καλούνται σήμερα ηλιακός άνεμος ή μαγνητική καταιγίδα είναι ανάλογα ισχυρά με τη δραστηριότητα του Ήλιου. Τα δε φορτισμένα αυτά σωμάτια (που αποτελούνται κυρίως από πυρήνες Υδρογόνου και ηλεκτρόνια) εκτρέπονται από το μαγνητικό πεδίο της Γης έτσι ώστε τα μεν ηλεκτρόνια να εγκλωβίζονται γύρω από τους μαγνητικούς πόλους, οι δε πυρήνες του Υδρογόνου να διεισδύουν μέσα στην ατμόσφαιρα, κοντά στους μαγνητικούς πόλους, φθάνοντας ακόμη και μέχρι το έδαφος αν και εφόσον έχουν αρκετή ενέργεια από τον Ήλιο. Ταυτόχρονα όμως τα ηλεκτρόνια που διεισδύουν στα υψηλά στρώματα διεγείρουν τα άτομα του Οξυγόνου και του Αζώτου που υπάρχουν σ΄ εκείνα τα ύψη. Η διέγερση αυτή γίνεται με την μετατόπιση των ηλεκτρονίων αυτών των ατόμων που όμως όταν επανέλθουν στην αρχική τους κατάσταση εκπέμπουν πλέον φως που είναι χαρακτηριστικό σε κάθε αέριο και που βρέθηκε έτσι ότι το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται κυρίως σε ύψος από 100 χλμ. από το έδαφος μέχρι μερικές εκατοντάδες χιλιομέτρων υπεράνω αυτού με αποτέλεσμα το θέαμα του φαινομένου να γίνεται πιο φαντασμαγορικό.
Στα σύγχρονα πειράματα εκτός εκείνο του καθηγητή Storner του Πανεπιστημίου του Όσλο που κατασκεύασε ειδική συσκευή για την απόδειξη της επικρατέστερης θεωρίας, το 1958 τότε που ακόμα δεν είχαν απαγορευθεί οι πυρηνικές δοκιμές, σχεδιάστηκε ένα πείραμα ακριβώς με χρήση τριών πυρηνικών εκρήξεων. Συγκεκριμένα το έτος εκείνο εκτοξεύθηκαν σε ύψος 500 χλμ. τρεις μικρές ατομικές βόμβες στο Νότιο Ατλαντικό ωκεανό στα γεωγραφικά πλάτη (νότια) 38° και 50°. Αμέσως μετά τις εκρήξεις και σε χρόνο μόλις ενός πρώτου λεπτού της ώρας εμφανίσθηκε στο βόρειο ημισφαίριο, σε προκαθορισμένα γεωγραφικά πλάτη, άλλο Σέλας, που σήμαινε πως τα ηλεκτρόνια της έκρηξης, μετά από ένα ταχύτατο ταξίδι σε ύψος 4000 χλμ πάνω από την επιφάνεια της Γης, ξαναγύρισαν και δημιούργησαν τεχνητό Σέλας σε απόσταση πολλών χιλιάδων χιλιομέτρων από το σημείο της έκρηξης. Μάλιστα δε υπολογίσθηκε πως για αρκετές ώρες τα “τεχνητά” αυτά ηλεκτρόνια ταξίδευαν μέσα στο μαγνητικό πεδίο της Γης από τον Βόρειο στο Νότιο Πόλο και από τον Νότιο στον Βόρειο εκατομμύρια φορές! Το πείραμα αυτό εξ όσων έχουν δημοσιευθεί έχει επαναληφθεί με θεαματικότερα αποτελέσματα το 1962.
Νότιο Σέλας (11 Σεπτεμβρίου 2005) όπως φωτογραφήθηκε από δορυφόρο της NASA:

Η παρατήρηση του Σέλαος από τον ελληνικό γεωγραφικό χώρο υπήρξε ανέκαθεν σπάνια.
Στις 25 Οκτωβρίου 1870 το Αστεροσκοπείο Αθηνών δέχθηκε τηλεγράφημα από τη Λευκάδα που έστειλε ο Π. Βατσαξής και ενημέρωνε σχετικά περιγράφοντας την περατήρησή του χωρίς να κάνει μνεία στο Σέλας ή να γνωρίζει περί αυτού: “Την 6ην και 55 ώραν εφάνη άνωθεν νεφών μεχρι αστερισμού Μεγάλης Άρκτου πύρινος λάμψις έχουσα κέντρον σώματι φωτεινόν μέχρι ορίζοντος…“.
Στις 25 Ιανουαρίου 1938 παρατηρείται Σέλας στη περιοχή των Σπετσών.
Και τέλος στις 24 Μαρτίου 1940 καταγράφτηκε αυθεντική μαρτυρία εμφάνισης Σέλαος πάνω από την Αθήνα και που δημοσίευσε επίσημα το Εργαστήριο Αστρονομίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν πολλοί Αθηναίοι υποστήριζαν μεταξύ άλλων πως “θεϊκά πέπλα” σκέπουν την Αθήνα. Κατά τον καθηγητή Κ. Μαλτέζο αυτή η τελευταία εμφάνιση θεωρείται μέχρι και σήμερα η μεγαλύτερη σε λαμπρότητα εμφάνιση του φαινομένου από το 1870 στον ελλαδικό χώρο.
Κατά τη μαγνητική καταιγίδα της 20ης Νοεμβρίου 2003, εμφανίστηκε Σέλας στην Αθήνα, το οποίο και έχει φωτογραφηθεί. Την επόμενη μέρα αποτέλεσε πρωτοσέλιδο στις ανακοινώσεις της NOAA.
Στη λαογραφία των βορείων λαών το Σέλας ήταν επόμενο να έχει συνδεθεί με υπερβατικές ερμηνείες.
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1732 ο Anders Celsius σημείωσε στο ημερολόγιό του πως το Βόρειο Σέλας ήταν τεράστια φωτιά που κατά τις πεποιθήσεις της εποχής προερχόταν από ηφαίστεια που υπάρχουν στον Β. Πόλο, από τον Θεό, για να ζεσταίνονται οι άνθρωποι.
- Οι Σουηδοί πίστευαν πως ήταν αντανακλάσεις από τις δάδες που κρατούσαν οι Λάπωνες ψάχνοντας τους Ταράνδους τους.
- Οι Φιλανδοί ότι ήταν Άγγελοι Κυρίου που κυνηγούσαν τους δαίμονες.
- Οι Λάπωνες έκρυβαν γυναίκες και παιδιά, σταμάταγαν τα έλκηθρα και μάζευαν τα κουδούνια για να μη γίνουν αντιληπτοί από το Σέλας και τους πάρει.
- Στη δυτική ακτή της Νορβηγίας οι κάτοικοι πίστευαν μέχρι τις αρχές του προηγούμενου αιώνα πως το Βόρειο Σέλας είναι γριές ανύπαντρες γυναίκες στον ουρανό που χορεύουν κουνώντας τα λευκά μαντήλια τους. Πίστευαν δε πως το Σέλας ερχόταν για να πάρει τις ανύπαντρες γυναίκες που είχαν ήδη γεράσει! -”Αυτή είναι τόσο γριά που θα ΄ρθει να τη πάρει το Σέλας”, έλεγαν.
- Αρχαιότερα πίστευαν πως το Βόρειο Σέλας ήταν η αντανάκλαση των ασπίδων που κρατούσαν οι Βαλκυρίες, που ήταν νεκρές παρθένες στον ουρανό. Με αυτό τον θρύλο φαίνεται να συνδέεται και η σκοτσέζικη έκφραση “Merry Dancers” (χαρούμενοι χορευτές), με ερωτικές όμως προεκτάσεις.
- Οι Εσκιμώοι πίστευαν πως είναι οι ψυχές των νεκρών που αναζητούν τους δικούς τους. Έτσι κατά τη διάρκεια του φαινομένου ούτε μιλούσαν ούτε σφύριζαν φοβούμενοι μη κατέβει το Σέλας χαμηλά και τους αρπάξει αναγνωρίζοντάς τους από τη φωνή.
- Αλλά και οι Ινδιάνοι της Αμερικής (Καναδά) πίστευαν πως το Βόρειο Σέλας ήταν οι τεράστιες φωτιές που άναβαν τα ουράνια δαιμόνια όταν μαγείρευαν φάλαινες για να φάνε! Άλλοι ινδιάνοι (οι Φοξ) ότι πρόκειται για μεγάλη συνάθροιση πολεμιστών, κοντά στο Βόρειο Πόλο, όπου έβραζαν τους εχθρούς τους σε μεγάλα καζάνια.
- Τέλος οι Μαορί της Νέας Ζηλανδίας πίστευαν πως οι παλιοί πρόγονοί τους έφθασαν στο Νότιο Πόλο και παγιδεύτηκαν εκεί και τώρα ανάβουν μεγάλες φωτιές για να συνεννοηθούν με τους σημερινούς απογόνους τους για να πάνε να τους ελευθερώσουν.
Στο σημείο αυτό θα πρέπει ν΄ αναφερθεί η άγρια εκμετάλλευση του φαινομένου, πιθανώς και ασύγγνωστα, κατά τον Μεσαίωνα από την εκκλησιαστική τότε εξουσία ως προμήνυμα μεγάλου κακού σκορπώντας τον φόβο στους πιστούς, που δεν συμμορφώνονταν, αποδεχόμενη τεράστιες περιουσίες. Πολλές γκραβούρες της εποχής παρουσιάζουν το Σέλας ως θηρίο της κόλασης με στόχο την καταστροφή.
Τέλος η λατινική ονομασία του Βορείου Σέλαος είναι “Aurora Borealis”. Αντίθετα του νοτίου είναι “Aurora Australis”. Προς το τέλος της διάρκειας του φαινομένου που φθάνει και τις έξι ώρες, μπορεί να παρατηρηθεί, όχι πάντα, και το “στέμμα του Σέλαος”. Από το κέντρο του ουράνιου θόλου εμφανίζεται αιφνίδια ένα κυκλικό φως σαν στεφάνι από την περιφέρεια του οποίου εκτείνονται κάθετες λευκές ακτίνες προς το έδαφος δημιουργώντας την εντύπωση ενός γιγάντιου φωτεινού στέμματος και που στρέφεται με ταχύτητα, με ενδιάμεσες αιφνίδιες στάσεις. Αυτό το χαρακτηριστικό φαινόμενο διαρκεί από μόλις λίγα δευτερόλεπτα μέχρι μισό λεπτό της ώρας και στη συνέχεια εξαφανίζεται. Η παρατήρηση αυτού του φαινομένου είναι ασύλληπτης ομορφιάς.
Επιπρόσθηση:
Όρος της Αστρονομίας που χρησιμοποιείται για να δηλώσει το πέρασμα ουράνιου σώματος πίσω από ένα άλλο, π.χ. το πέρασμα ενός δορυφόρου πίσω από τον πλανήτη στον οποίο ανήκει ή το πέρασμα ενός αστεριού πίσω από τη Σελήνη κ.λπ. Κατά την επιπρόσθηση των αστεριών στη Σελήνη ή στον Ήλιο (στις ολικές εκλείψεις του Ήλιου) μελετούνται σπουδαιότατα φαινόμενα, όπως η ύπαρξη ατμόσφαιρας στη Σελήνη ή η επαλήθευση της θεωρίας της σχετικότητας στην περίπτωση επιπρόσθησης αστεριών στον Ήλιο κ.ά.
Γενικά Επιπρόσθηση ή αλλιώς απόκρυψη στην Αστρονομία ονομάζεται μία κατηγορία ολικών εκλείψεων, στις οποίες ένα ουράνιο σώμα (για παράδειγμα η Σελήνη) αποκρύπτει κάποιο άλλο ουράνιο σώμα. Με άλλα λόγια, επιπρόσθηση είναι το πέρασμα ουράνιου σώματος μπροστά από ένα άλλο σώμα. Η ολική έκλειψη Ηλίου είναι η πιο γνωστή μορφή επιπρόσθησης: ο δίσκος της Σελήνης κρύβει ολόκληρο τον ηλιακό δίσκο.
Ήλιος του μεσονυχτίου:
Ο Ήλιος του Μεσονυχτίου είναι φυσικό φαινόμενο, το οποίο είναι ορατό στις περιοχές που βρίσκονται μέσα στο Βόρειο και στο Νότιο Αρκτικό κύκλο. Οι «Λευκές Νύχτες» οφείλονται στο ίδιο φαινόμενο, αλλά είναι ορατές στις περιοχές που βρίσκονται για λίγο εκτός των ορίων των αρκτικών κύκλων. Και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις αποτελούν ακραίες καταστάσεις του φαινομένου του ημερονυκτίου και συγκαταλέγονται στα ουράνια φαινόμενα. Ιδιαίτερα οι Λευκές Νύχτες επειδή οφείλονται και στην ύπαρξη της ατμόσφαιρας θεωρούνται και ατμοσφαιρικό φαινόμενο.
Ο Ήλιος του Μεσονυχτίου εμφανίζεται στα γεωγραφικά πλάτη εντός των δύο αρκτικών κύκλων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Σε αυτά τα μέρη, ο ήλιος είναι ορατός επί 24 συνεχόμενες ώρες, τουλάχιστον μία ημέρα. Δεδομένου ότι στο Νότιο Αρκτικό Κύκλο (Ανταρκτική) δεν υπάρχουν μόνιμοι οικισμοί ή τουριστικά καταλύματα, οι άνθρωποι που βιώνουν αυτό το φαινόμενο περιορίζονται στο βορρά — πιο συγκεκριμένα, στους κατοίκους της Αλάσκας, του Βορείου Καναδά, της Γροιλανδίας, της Ισλανδίας και των βορείων επαρχιών της Ρωσίας, της Φινλανδίας, της Σουηδίας και της Νορβηγίας.
Το φαινόμενο οφείλεται στην κλίση του κάθετου άξονα της Γης κατά 23°26΄ σε σχέση με το επίπεδο περιστροφής της γύρω από τον Ήλιο. Η διάρκειά του εξαρτάται από το γεωγραφικό πλάτος, από το οποίο το παρατηρούμε. Όσο πιο κοντά είναι ο παρατηρητής στο βόρειο ή το νότιο πόλο, τόσο περισσότερο διαρκεί. Για παράδειγμα, ο ήλιος φωτίζει διαρκώς επί 6 μήνες στους πόλους, ενώ στο βόρειο άκρο της Φινλανδίας περιορίζεται σε “μόνο” 73 ημέρες.
Το αντίθετο φαινόμενο ονομάζεται Πολική Νύχτα και παρατηρείται στις ίδιες περιοχές το χειμώνα. Η διάρκειά του είναι η ίδια με τον Ήλιο του Μεσονυχτίου – π.χ. εάν σε ένα μέρος η έχουμε Ήλιο επί 40 ημέρες το καλοκαίρι, θα έχουμε και Νύχτα επί 40 ημέρες το χειμώνα. Κατά τη διάρκειά της, ο ήλιος βρίσκεται κάτω από τον ορίζοντα και το φως είναι ελαφρύ ή ανύπαρκτο.
O Ήλιος του Μεσονυχτίου στο Νόρντκαπ της Νορβηγίας:

Οι «λευκές νύχτες» είναι ορατές σε γεωγραφικά πλάτη μεταξύ 60° και 66°, δηλαδή στα εξωτερικά όρια των αρκτικών κύκλων, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Ο ήλιος δύει μεν, αλλά βρίσκεται ελάχιστα κάτω από τον ορίζοντα – αυτό έχει ως αποτέλεσμα την ύπαρξη φωτός στον ουρανό, ώστε δραστηριότητες σαν το διάβασμα να είναι εφικτές χωρίς επιπλέον φωτισμό.
Οι γνωστότερες λευκές νύχτες είναι αυτές της Αγίας Πετρούπολης, όπου είναι ορατές για έναν ολόκληρο μήνα, από τις 11 Ιουνίου έως τις 11 Ιουλίου. Κατά το τελευταίο δεκαήμερο του Ιουνίου στην πόλη λαμβάνει χώρα πληθώρα βραδινών πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Tα Χειμερινά Ανάκτορα της Αγ. Πετρούπολης, κατά τις Λευκές Νύχτες του 2003:

Πλάτυνση Πλανητών:
Με τον όρο πλάτυνση πλανητών (planet flattening ή oblateness ή polar flattening) χαρακτηρίζεται γενικά το μέγεθος του εξογκωμένου ισημερινού των Πλανητών σε σχέση με τον άξονα περιστροφής τους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται ο πλανήτης ως μια ελαφρά ελλειψοειδής σφαίρα.
Αν θεωρηθεί ως α η ισημερινή ακτίνα ενός πλανήτη (απόσταση από κέντρο του μέχρι τον ισημερινό του) και β η πολική ακτίνα του (δηλαδή το ήμισυ του άξονα περιστροφής του), τότε ο λόγος (α-β):α χαρακτηρίζεται πλάτυνση του πλανήτη. Με άλλα λόγια, αφαιρούμε την πολική διάμετρο του ουράνιου σώματος από την ισημερινή διάμετρο του και στη συνέχεια διαιρούμε τη διαφορά, με την ισημερινή διάμετρο.
Την μεγαλύτερη πλάτυνση στο Ηλιακό σύστημα, 0,098, παρουσιάζει ο Κρόνος λόγω της μεγάλης ταχύτητας περιστροφής του, που διαρκεί μόλις 10 γήινες ώρες περίπου. Η πλάτυνση της Γης είναι πολύ μικρή, 0,0034.
- Η πλάτυνση των Πλανητών δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον στην Αστρονομική ναυτιλία, περιλαμβάνεται όμως στα ουράνια φαινόμενα.
Συζυγία:
Στην Αστρονομία, συζυγία είναι η κατά προσέγγιση ευθυγράμμιση δύο ή περισσοτέρων ουράνιων σωμάτων όταν παρατηρούνται από ορισμένη θέση (συνήθως από τη Γη), δηλαδή όταν ο παρατηρητής και τα δύο ουράνια σώματα (3 «σημεία») βρίσκονται προσεγγιστικά πάνω στην ίδια ευθεία γραμμή. Από τα αρχαία χρόνια οι συζυγίες πλανητών μεταξύ τους ή με αστέρια, είχαν ιδιαίτερη θέση και στην Αστρονομία, αλλά και στην Αστρολογία. Λέγεται επίσης ότι το άστρο των Χριστουγέννων (Άστρο της Βηθλεέμ), που οδήγησε τους τρεις Μάγους στη φάτνη, ήταν μια συζυγία των πλανητών Δία και Κρόνου, που σύμφωνα με τον Κέπλερ έλαβε χώρα το έτος 7 π.Χ..
Ειδικότερα, ο όρος εφαρμόζεται όταν ο Ήλιος, η Γη και ένα τρίτο ή περισσότερα σώματα του Ηλιακού Συστήματος βρίσκονται σχεδόν στην ίδια ευθεία. Παρατηρούμενα από τη Γη, ο Ήλιος και το τρίτο σώμα έχουν τη στιγμή της συζυγίας το ίδιο ή παραπληρωματικό (διαφορά 180°) εκλειπτικό μήκος (ή κατά άλλη σημασία ορθή αναφορά), ενώ το εκλειπτικό τους πλάτος ή η απόκλισή τους μπορεί να διαφέρουν, καμιά φορά και αρκετές μοίρες (όταν η τροχιά του τρίτου σώματος έχει μεγάλη κλίση ως προς την εκλειπτική). Με αυτή την ειδικότερη έννοια, υπάρχουν δύο είδη συζυγίας: η σύνοδος και η αντίθεση. οι συζυγιες πραγματοποιουνται δυο φορες καθε συνοδικο μηνα (synodical month,περιπου 29 και1/2 ημερες) για Ηλιο – Σεληνη.
Άλλα ουράνια φαινόμενα:
Ως ουράνια φαινόμενα ονομάζονται όλα εκείνα τα φαινόμενα (μεταβολές) που παρατηρούνται στον ουρανό και βεβαίως στα ουράνια σώματα. Εξ αυτών τα περισσότερα οφείλονται τόσο στις κινήσεις όσο και στις ιδιότητες των ουρανίων σωμάτων. Υπάρχουν όμως και φαινόμενα που ναι μεν καλούνται «ουράνια» χωρίς όμως αυτά να σχετίζονται με τα ουράνια σώματα. Αυτά τα δεύτερα οφείλονται κυρίως στη γήινη ατμόσφαιρα.
Τα κυριότερα εκ των ουρανίων φαινομένων είναι:
- Το φαινόμενο του Ουράνιου θόλου ή Ουρανού, δηλαδή το σχήμα του και τα χρώματά του.
- Το φαινόμενο της «στίλβης» των αστέρων και την μετά αυτής παρατηρούμενης «ατροφεγγιάς».
- Το φαινόμενο της αυξομείωσης του χρόνου της ημέρας.
- Το φαινόμενο των ημερονυκτίων και της συνεχείας αυτών.
- Το φαινόμενο της διαδοχής των εποχών.
- Τα επονομαζόμενα φαινόμενα «Λυκαυγές» και «Λυκόφως».
- Τα επονομαζόμενα φαινόμενα «Βόρειο και Νότιο Πολικό Σέλας».
- Το φαινόμενο της Άλω.
- Το φαινόμενο της Ίριδας.
- Το φαινόμενο του Ουράνιου τόξου.
- Το φαινόμενο της μεγέθυνσης των ουρανίων σωμάτων στον ορίζοντα.
- Τα φαινόμενα των αποκλίσεων ανέμων και ρευμάτων
- Το βαρομετρικό φαινόμενο.
- Το φαινόμενο των μαγνητικών καταιγίδων κ.ά..
Ως καθαυτά όμως ουράνια φαινόμενα θεωρούνται:
Το φαινόμενο της «έκλειψης» του Ηλίου και των ουρανίων σωμάτων όπως και όλα εκείνα που προέρχονται από τις κινήσεις αυτών π.χ. φαινόμενο συζυγίας, αντιθέσεων, τετραγωνισμών, φάσεων Σελήνης και των Πλανητών.
Επίσης στα «ουράνια φαινόμενα» συγκαταλέγονται και άλλα φαινόμενα όπως το Ζωδιακό φως, το Ανθηλιακό φως, οι διάττοντες, οι βολίδες, οι ουρανόλιθοι ή αερόλιθοι στη μερική ή ολική διαπύρωσή και καύση τους που τα αποτελούν σωματίδια ή και μεγαλύτερων διαστάσεων σώματα που συναντά η Γη κατά τη μεταβατική της κίνηση περί τον Ήλιο.
Τέλος σημειώνεται ότι και η ατμόσφαιρα της Γης διακρίνεται σε επιμέρους στρώματα εκ των διαφορετικών φαινομένων που συμβαίνουν καθ΄ ύψος σ΄ αυτή.